ρουτώδη

τα, Ν
βοτ. τάξη αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών με 12 οικογένειες, 324 περίπου γένη και 4.000 περίπου είδη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κίτρο(ν) — το (Α κίτρον) ο καρπός τού δέντρου κιτριά νεοελλ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην τάξη ρουτώδη και στην οικογένεια ρουτίδες και το οποίο περιλαμβάνει 10 περίπου είδη, γνωστά ως εσπεριδοειδή. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. citrum, το οποίο …   Dictionary of Greek

  • ρουτίδες — (rutaceae). Οικογένεια δικοτυλήδονων φυτών, της τάξης των γερανιωδών. Οι ρ. είναι δέντρα, θάμνοι ή φυτά ποώδη, με φύλλα συνήθως απλά, πολυσχιδή ή σύνθετα, που φέρουν διαφανή στίγματα, χωρίς παράφυλλα. Τα άνθη τους είναι γενικά ερμαφρόδιτα και ο… …   Dictionary of Greek

  • ρούς — (II) ο / ῥοῡς, ΝΜΑ γένος, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, που ανήκει στην οικογένεια ανακαρδιίδες τής τάξης ρουτώδη, με 150 περίπου είδη φυλλοβόλων δένδρων, θάμνων και λιανών, από τα οποία στην Ελλάδα απαντούν αυτοφυή το είδος… …   Dictionary of Greek

  • ρούτα — (ruta). Γένος φυτών της οικογένειας των ρουτιδών. Είναι πολυετείς πόες, αδενώδεις, που ευδοκιμούν στις χώρες γύρω από τη Μεσόγειο και την κεντρική Ασία. Έχουν φύλλα που εναλλάσσονται, φτερωτά και ακέραια. Τα άνθη τους είναι ακτινόμορφα και έχουν… …   Dictionary of Greek

  • ρυτίδες — οι, Ν βοτ. άλλη ονομασία τής οικογένειας ρουτίδες, που ανήκει στην τάξη ρουτώδη …   Dictionary of Greek

  • σιμαρουβίδες — οι, Ν βοτ. οικογένεια αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών τής τάξης ρουτώδη, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο το γένος σιμαρούβα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην Ελληνική ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. simarubaceae < simaruba (πρβλ. σιμαρούβα) + κατάλ. aceae (πρβλ. κατάλ …   Dictionary of Greek

  • σιμαρούβα — η, Ν βοτ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών με 10 περίπου είδη αειθαλλών δένδρων και θάμνων τής τροπικής Αμερικής, το οποίο ανήκει στην οικογένεια σιμαρουβίδες τής τάξης ρουτώδη. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην Ελληνική ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. simarouba… …   Dictionary of Greek

  • σκιμμία — η, Ν βοτ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην οικογένεια ρουτίδες τής τάξης ρουτώδη, με 9 περίπου είδη αειθαλών θάμνων οι οποίοι ευδοκιμούν στην Κίνα, στην Ιαπωνία και στα Ιμαλάια …   Dictionary of Greek

  • σουιετενία — και σουιτενία, η, Ν βοτ. γένος φυτών που ανήκει στην οικογένεια μελιίδες τής τάξης ρουτώδη, από τα είδη τού οποίου στην τροπική Αμερική και στις Δυτικές Ινδίες, που είναι γνωστά ως ακαζού, λαμβάνεται το γνήσιο μαόνι. [ΕΤΥΜΟΛ. < swietenia,… …   Dictionary of Greek

  • σπονδία — η, Ν βοτ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην οικογένεια ανακαρδιίδες τής τάξης ρουτώδη και περιλαμβάνει 12 περίπου είδη δέντρων τών τροπικών περιοχών τής νοτιοανατολικής Ασίας και τής Αμερικής, μερικοί καρποί τών οποίων… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.